πρόσβαρος

πρόσβαρος
η , ο 1. имеющий добавочный вес; перевешивающий;

αυτό είναι σωστό και πρόσβαρο — это (вес) с походом;

2. (τό ) довесок

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "πρόσβαρος" в других словарях:

  • πρόσβαρος — η, ο, Ν 1. αυτός που υπερβαίνει το κανονικό βάρος, ο βαρύτερος από το κανονικό 2. το ουδ. ως ουσ. το πρόσβαρο μικρό ποσό ή αντικείμενο που προστίθεται για συμπλήρωση τού ελλείποντος βάρους ενός πράγματος που ζυγίζεται. επίρρ... πρόσβαρα με βάρος… …   Dictionary of Greek

  • πρόσβαρος — η, ο αυτός που ξεπερνάει κάπως το κανονικό βάρος: Σωστό και πρόσβαρο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»